Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις (Άγιος, Άγιος, Άγιος είσαι Κύριε των Δυνάμεων· γεμάτος ο ουρανός και η γη από τη δόξα Σου. Σώσε μας, ύψιστε Θεέ· ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου. Σώσε μας, ύψιστε Θεέ)
English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Αξαφνα και χωρίς να το έχει καταλάβει το κεράκι που κρατούσε, άναψε μόνο του ...


To 2007  ένα γκρουπ από Κύπριους είναι ήδη στα Ιεροσόλυμα για την Ανάσταση! Μέσα στο γκρουπ μια μάνα ενός άρρωστου παιδιού...

...Δεν της έφτανε ο πόνος της , δεν μπορούσε να εκπληρώσει το τάμα για το οποίο είχε έρθει αυτές τις μέρες στην Αγία Γη.

Επειδή το παιδί της ήταν άρρωστο έκαμε τάμα να έρθει και να μείνει σε όλη την Θ Λειτουργία μέσα στο ναό , για να κάμει το θαύμα του ο Παντοδύναμος Χριστός.
Όμως εκείνη τη χρονιά είχε τόσο κόσμο στα Ιεροσόλυμα που ούτε να πλησιάσει δεν μπόρεσε το ναό της Αναστάσεως.
Καθιστή και κλαμμένη με κλειστά μάτια βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο κάπου εκεί κοντά στο ναό .

'Αξαφνα και χωρίς να το έχει καταλάβει το κεράκι που κρατούσε, άναψε μόνο του ...
Οι υπόλοιποι του γκρουπ τρέχουν να πάρουν το Άγιο Φως από την ευλαβική αυτή μάνα (χωρίς ακόμη η ίδια να έχει καταλάβει τι έχει συμβεί), που παρακαλούσε και έκαμε τόσο κόπο για το παιδί της.

Επικοινωνεί την επομένη με το σπίτι και μαθαίνει πως εκείνη την ώρα που το 'Αγιο Φώς την επισκέφτηκε , το παιδάκι της έγινε καλά με τη χάρη του Χριστού που τόσο πίστεψε.

Αυτού η δόξα η τιμή και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

https://e-sterea.gr/index.php/nea/apopseis/giorgos-kakkos/10605-den-tis-eftane-o-ponos-tis

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Οταν η Αγία Ευφημία επισκέφτηκε τον Αγιο Παΐσιο στο κελί του στο Άγιον Όρος

Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια».

-Ποιός, Γέροντα;
-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.
-Τί συμβαίνει, Γέροντα;
-Θα σου πω, αλλά μην το πής σε κανέναν.
Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγή για ένα εκκλησιαστικό θέμα. Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελλί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέη: «Δι΄ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:
«Πως βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:
-Ποιος είναι;
-Η Ευφημία, απαντά.
»Σκεφτόμουν, «ποιά Ευφημία; Μήπως καμμιά γυναίκα έκανε καμμιά τρέλλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τί να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά πού χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, πού είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελλί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνώδευε κάποιος, πού έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποιά είναι·
-Η μάρτυς Ευφημία, άπαντα.
-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, ελα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και σύ.
Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υϊού». «Και του Υϊού», είπε με ψιλή φωνή.
-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατώτερα.
»Ένώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελλί μου. Στην άρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελλιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά -«Και του Αγίου Πνεύματος»- μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

»Ύστερα κάθησε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία πού είχα (στό εκκλησιαστικό θέμα).
»Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πά, πά, πά!
-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
-Αν ήξερα τί δόξα έχουν οί Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

»Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».
Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ενα θέμα πού είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».
Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πής ήταν καμμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».
Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ήνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χρίστου η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».
Και ενα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», πού άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθεια του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθεια του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.
Ό Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά είκονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».

Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228
Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος

http://oliiorthodoxia.blogspot.com/2018/09/16_64.html?m=1

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

"Πέντε λεπτά ακόμα, να θυμηθώ πως ήσουνα μωρό, πως πήγαινες σχολείο, πως μπάλα έπαιζες, πως στην αρρώστια γύρευες τον πόνο σου ν’ απαλύνω."

Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά, λες κι άνοιξε της Πανδώρας το έρμο το κουτί.

Το μάτι θολό, το βλέμμα μακρινό, το βήμα βαρύ…φευγάτο. Η ηλικία μες τη νιότη να βράζει, να κοχλάζει…

– Φεύγω.

- Που πας, γιατί δεν μένεις;

– Φεύγω, δεν αντέχω πια…με κούρασες.

- Γιατί;

– Δεν μου ικανοποίησες τα θέλω μου, δεν πήρα μηχανάκι, δεν ξενύχταγα όσο θα ήθελα…

- Μα, τόσοι σκοτώθηκαν απ’ τα έρμα τα μηχανάκια και συ δεν το κατάλαβες; Και τα ξενύχτια… η νύχτα είναι αδυσώπητη, κόψε της λίγο τα φτερά.

– Με κούρασες, δεν αντέχω.

- Εγώ όμως σε άντεξα, ναι ξέρω η καρδιά του γονιού είναι μεγάλη…μα και γω άνθρωπος είμαι, λύγισα πολλές φορές, αλλά στάθηκα, σε υπέμεινα!

– Με κούρασες, δεν αντέχω.

- Σε έντυνα, σου ψώνιζα καμιά φορά και απ’ τα ακριβά, τα δώρα της γιορτής μου κι αν τα ήθελα τα άλλαζα, τα έκανα δικά σου δώρα.

– Με κούρασες, δεν αντέχω.

- Σε διακοπές πηγαίναμε, σου έπαιρνα ότι μπορούσα, μα όμως άλλαξες και δεν μπορώ να σ’ ακολουθήσω. Άλλωστε μου το’ λεγες- θέλω πολλά να κάνω, θέλω μέσα στη νύχτα να μπλεχτώ να ζήσω και να κάνω άλλα, αυτά που πάντοτε μου αρέσανε αυτά που πάντα αναζητούσα. Τρόμαζα, πως ν’ αντικρύσω αυτό το μαύρο το σκοτάδι που σε τύλιξε, βλέπεις ήταν και οι φίλοι που έμπλεξες, είχατε κοινή πορεία χαραγμένη.

– Με κούρασες, δεν αντέχω…φεύγω.

- Πέντε λεπτά ακόμα, δως μου πέντε λεπτά, ας τη ματιά μου μέσα σου την ψυχή σου ν’ αγκαλιάσει, άλλωστε μεγάλωσες κι οι αγκαλιές περισσεύουν.

Πέντε λεπτά ακόμη, άσε το βλέμμα μου βουβό, να σκίσει το μαύρο πέπλο της ψυχής σου, το ίδιο πέπλο το ‘νιωσα πολλές φορές κι’ εγώ μέσα στα σωθικά μου, μαύρο, σκοτεινό, σαν τάρταρα του Άδη!

Πέντε λεπτά ακόμα, να θυμηθώ πως ήσουνα μωρό, πως πήγαινες σχολείο, πως μπάλα έπαιζες, πως στην αρρώστια γύρευες τον πόνο σου ν’ απαλύνω.

Πέντε λεπτά, μόνο πέντε λεπτά να γείρω και να σκύψω, ένα φιλί ζεστό τα χείλη μου ν’ αφήσουν μες στην ψυχή κατάβαθα σφραγίδα να σου γίνει, να ξέρεις ότι αφήνω πάντοτε ένα κομμάτι ενθύμησις να το ‘χεις για τις κρύες νύχτες, άμποτε το χρειαστείς, να το ‘χεις να κοιμάσαι.

https://proseuxi.gr/

«Σταυρέ του Χριστού σώσον ημάς τη δυνάμει σου…»

Το μεγαλύτερο τμήμα του Τιμίου Σταυρού πού υπάρχει σήμερα στον κόσμο βρίσκεται στην Μονή Ξηροποτάμου, του Αγίου Όρους! Στο κάτω μέρος διακρίνεται επιχρυσωμένη οπή στην οποία υπήρχε ένα από τα καρφιά της Σταυρώσεως ! Η γνησιότητα όμως και του πιο ελάχιστου τεμαχίου Τιμίου ξύλου ( έστω και μίας σκλίθρας ξύλου) φαίνεται και από το εξής: Είναι το μόνο ξύλο πού δεν στέκεται στην επιφάνεια του νερού όπως όλα τα ξύλα πού ξέρουμε, αλλά πάει και βουλιάζει σάν μολύβι στόν πάτο ( πχ. μέσα σ΄ ένα ποτήρι νερό ), αντίθετα με τους Νόμους της βαρύτητας και του ειδικού βάρους στερεών σωμάτων!

Μικρή ιστορική αναδρομή…

Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού !Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται από τούς Αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια.

Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ…Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.


Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).Η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς της πρωτοβυζαντινής περιόδου (Σωκράτης, Σωζόμενος Θεοδώρητος, Ρουφίνος και Αμβρόσιος).Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, ο αυτοκράτωρ Αδριανός είχε οικοδομήσει επί του τάφου του Ιησού Χριστού ειδωλολατρικό ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η Αγία Ελένη γνωρίζοντας αυτήν την παράδοση κατεδάφισε τον ναό και κάτω από τα θεμέλιά του βρήκε τρεις σταυρούς.

Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιός σταυρός ήταν εκείνος του Ιησού Χριστού ο τότε επίσκοπος Ιεροσολύμων ακούμπησε το σώμα μίας ευσεβέστατης νεκρής γυναίκας διαδοχικά και με τους τρεις σταυρούς. Μόλις το νεκρό σώμα της γυναίκας ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό αναστήθηκε. Την επομένη, την 14η Σεπτεμβρίου του 335 έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εντός του ναού και σε περιφανές μέρος για να μπορούν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι οι περιχαρείς πιστοί. Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση.

Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι΄ αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα!Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως.

Ήταν πάλι 14 Σεπτεμβρίου του 626.Ο αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι΄ αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία.Η Αγία Ελένη έπειτα πήρε τον Τίμιο Σταυρό μαζί της στην Κωνσταντινούπολη, αφού όμως άφησε μέρος αυτού στα Ιεροσόλυμα, στον Πατριάρχη Μακάριο.

Ο Σταυρός του Κυρίου είχε 4,50 μέτρα ύψος και 2,40 μέτρα πλάτος.Κι ο ιστορικός Παυλίνος στην ενδέκατη επιστολή του αναφέρει ότι ενώ ο Σταυρός, από την ημέρα της εύρεσης του τεμαχιζότανε (σε απειροελάχιστα κομματάκια) και δινότανε στους πιστούς για ευλογία, έν τούτοις αυτός παρέμεινε ακέραιος και δεν μειωνόταν καθόλου!Επίσης, όσον άφορα τα καρφιά του Κυρίου, καθώς αναφέρει η παράδοση, ξεχώρισαν από τα καρφιά των ληστών διότι δεν είχαν σκουριάσει από το πέρασμα των χρόνων, φαινόντουσαν σαν καινούργια, ενώ των ληστών ήταν σκουριασμένα.Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!

Μία χαρακτηριστική περίπτωση…

Ο Τίμιος Σταυρός σημάδεψε και σημαδεύει τη ζωή της Μονής της Πρέβελης στην Νότια Κρήτη και όσους με πίστη και ευλάβεια ζητούν τη βοήθειά του. Αναρίθμητα τα θαύματά του στη διαδρομή των αιώνων, μεγάλη και αποτελεσματική η επέμβασή του σ΄όσους προσφεύγουν και ζητούν την ίαση από την χάρη του. Στην άτυχη μάχη που έγινε τον Αύγουστο του 1823 στις Αμουργέλες Ηρακλείου το Ιερό Σύμβολο έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Εκείνοι το πούλησαν σε Γενοβέζους τυχοδιώκτες. Όταν το Νοέμβριο του ίδιου έτους παρέπλεαν στην θάλασσα του Μοναστηριού κατάλαβαν πως το πλοίο τους σταμάτησε απότομα παρά τον ούρειο άνεμο.Το πλοίο συνέχισε την πορεία του μετά από τρείς ημέρες στάσης και αφού ο Τίμιος Σταυρός παρεδόθη στους μοναχούς.

Επίσης, κατά την Γερμανική κατοχή, στις 28 Αυγούστου 1941 οι Ναζί αιχμαλώτισαν όλους τους μοναχούς και λεηλάτησαν τη Μονή. Φεύγοντας άρπαξαν και τον Τίμιο Σταυρό. Επεστράφη στις 13 Σεπτεμβρίου, την παραμονή της εορτής του κατά τρόπο θαυμαστό, αφού το αεροπλάνο στο οποίο είχε τοποθετηθεί στο αεροδρόμιο του Μάλεμε δε μπόρεσε να απογειωθεί για την Γερμανία. Αυτό έγινε μόλις παρέδωσαν τον Τίμιο Σταυρό στην αστυνομική διεύθυνση των Χανίων, για να τον επιστρέψουν στο Μοναστήρι.

http://ahdoni.blogspot.com/?m=1

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

«Ό άναμάρτητος υμών πρώτος λίθον βαλέτω έπ’ αυτήν» Τί έγραφε ο Κύριος στο χώμα;


Ό δε Ιησούς κάτω κύφας τω δακτύλω έγραφεν εις την γήν.

(Ίωαν. η 6)

Κάποτε ό πανάγαθος Κύριος καθόταν μπροστά στο ναό της Ιερουσαλήμ. Μιλούσε σε κάποιους ανθρώπους και ή γλυκιά διδασκαλία Του έτρεφε τις πεινασμένες καρδιές. Γύρω Του σιγά σιγά μαζεύτηκε ένα μεγάλο πλήθος (βλ. Ίωάν. η’ 2). Μιλούσε στους ανθρώπους ό Κύριος για την αιώνια μακαριότητα, για την ατελεύτητη χαρά πού περιμένει τούς δίκαιους στην αιώνια κατοικία, στους ουρανούς. Οι άνθρωποι χαίρονταν με τη διδασκαλία Του, με τα θεϊκά Του λόγια.

Ή πίκρα πολλών απογοητευμένων ψυχών κι ή έχθρα πολλών ανθρώπων πού τούς είχαν προσβάλει, έσβηναν όπως το χιόνι μόλις τ’ αγγίξουν οι θερμές ακτίνες του ήλιου. Ποιος ξέρει πόσο θα κρατούσε ή υπέροχη αύτη σκηνή ειρήνης κι αγάπης πού έσμιγε τη γη με τον ουρανό, αν δεν την είχε διακόψει κάτι αναπάντεχο. Ό Μεσσίας αγαπά τους ανθρώπους και δεν κουράζεται ποτέ να τους διδάσκει. Και οι ευλαβείς πιστοί δεν κουράζονται ποτέ ν’ ακούν την θαυμάσια θεραπευτική και σοφή διδασκαλία του.
Μα ξαφνικά έγινε κάτι φοβερό, μεσολάβησε μια ενέργεια εχθρική. Κι αιτία ήταν, ως συνήθως, οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι.

Τί έκαναν εκείνοι; Μήπως είχαν συλλάβει τον αρχηγό κάποιας συμμορίας ληστών; Όχι, τίποτα τέτοιο. Έσερναν βίαια μια δυστυχισμένη αμαρτωλή γυναίκα πού είχε συλληφθεί να μοιχεύει. Την έφερναν θριαμβευτικά λοιπόν με άγριες κι εκκωφαντικές κραυγές. Μόλις την παρουσίασαν μπροστά στο Χριστό, φώναξαν:
– Διδάσκαλε, αυτή ή γυνή κατείληπται έπ’αυτοφώρω μοιχευομένη-και εν τω νόμω ημών Μωυσής ένετείλατο τάς τοιαύτας λιθάζειν. συ ουν τί λέγεις;
Δάσκαλε, τη γυναίκα αυτή την πιάσαμε «έπ’ αυτοφώρω» να διαπράττει την αμαρτία της μοιχείας. Κι ό Μωυσής λέει στο νόμο του πώς τέτοιες γυναίκες πρέπει να τις λιθοβολούμε. Εσύ τί λες; (Ίωάν. η’4-6).

Την υπόθεση την παρουσίασαν μ’ αυτόν τον τρόπο αμαρτωλοί άνθρωποι πού κατηγορούσαν τις αμαρτίες των άλλων, αλλά έκρυβαν με επιμέλεια τις δικές τους. Το πλήθος τρομοκρατήθηκε κι έκανε χώρο στους πρεσβύτερους. Μερικοί φοβήθηκαν πολύ κι έφυγαν. Ό Κύριος τούς μιλούσε για ζωή και μακαριότητα, ενώ αυτοί οι φωνακλάδες ούρλιαζαν για το θάνατο.

Θα ‘ταν σκόπιμο να ρωτούσα: Γιατί όλοι αυτοί οι πρεσβύτεροι κι οι φύλακες του νόμου δε λιθοβόλησαν μόνοι τους την αμαρτωλή γυναίκα; Γιατί την έφεραν μπροστά στον Ιησού; Ό νόμος του Μωυσή τούς έδινε το δικαίωμα να την λιθοβολήσουν. Κανένας δε θα βρισκόταν να προβάλει αντίρρηση, να τούς κατηγορήσει. Ποιος διαμαρτύρεται στις μέρες μας όταν απαγγέλλεται ή ποινή του θανάτου σε κάποιον εγκληματία; Γιατί οι Εβραίοι πρεσβύτεροι έφεραν την αμαρτωλή γυναίκα στον Κύριο;

Όχι, δεν περίμεναν οι πρεσβύτεροι να πετύχουν κάποια μετατροπή της ποινής ή ν’ αποσπάσουν επιείκεια από μέρους Του. Κάθε άλλο μάλιστα. Την έφεραν μ’ ένα προμελετημένο και μοχθηρό σχέδιο: να παγιδεύσουν τον Κύριο, να πει λόγια αντίθετα στο νόμο κι έπειτα να τον κατηγορήσουν.

Ήθελαν μ’ ένα χτύπημα να τελειώνουν με δύο ζωές: μια της αμαρτωλής γυναίκας κι άλλη μια τού Χριστού.
«Συ ουν τί λέγεις;». Γιατί τον ρώτησαν αφού ό νόμος του Μωυσή ήταν σαφής; Ό ευαγγελιστής αποκαλύπτει το δόλο τους με τα έξης λόγια: «Τούτο δε ειπόν έκπειράζοντες αυτόν, ίνα σχώσι κατηγορίαν κατ αυτού» (Λουκ. η’ 6). Το είπαν αυτό για να τον βάλουν σε πειρασμό και να βρουν έπειτα αιτία να τον κατηγορήσουν.
Είχαν ξανασηκώσει μια φορά τα χέρια τους για να τον λιθοβολήσουν, αλλά τους ξέφυγε. Τώρα όμως πίστευαν πώς βρήκαν μια ευκαιρία να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους. Και θα γινόταν αυτό εκεί μπροστά, στο ναό του Σολομώντα, όπου φυλάσσονταν ο πλάκες των εντολών στην Κιβωτό της Διαθήκης, μπροστά σ’ ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων.

Θα γινόταν εκεί όπου Αυτός, ό Χριστός, θα ‘πρεπε να πει κάτι αντίθετο στην εντολή του Μωυσή. Κι έτσι θα πετύχαιναν το στόχο τους. Θα λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου τόσο το Χριστό όσο και την αμαρτωλή γυναίκα. Και βέβαια ήταν πολύ πιο πρόθυμοι να λιθοβολήσουν το Χριστό παρά την πόρνη, όπως αργότερα ζήτησαν με περισσό ζήλο από τον Πιλάτο να ελευθερώσει τον ληστή Βαραββά αντί για το Χριστό.

Όλοι όσοι παρευρίσκονταν στη σκηνή περίμεναν δύο πράγματα να γίνουν: είτε με την ευσπλαχνία Του ό Κύριος να ελευθερώσει την αμαρτωλή γυναίκα, παραβιάζοντας έτσι το νόμο, είτε να τηρήσει το νόμο και να τους πει: «Πράξετε όπως ορίζει ό νόμος». Έτσι όμως θα παρέβαινε τη δική Του εντολή για έλεος και καλοσύνη. Στην πρώτη περίπτωση θα τον καταδικάζανε σε θάνατο. Στη δεύτερη θα γινόταν ρεζίλι, άξιος χλευασμού και περιφρόνησης.

Με το πού του έκαναν την ερώτηση «σύ ουν τί λέγεις;» οι κατήγοροι, επικράτησε νεκρική σιγή. Σιγή ανάμεσα στο πλήθος πού είχε συγκεντρωθεί και σιγή ανάμεσα στους κριτές της αμαρτωλής γυναίκας. Ή σιγή είχε κόψει και την ανάσα στην ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας. Μεγάλη σιγή επικρατεί στα μεγάλα τσίρκα όταν οι θηριοδαμαστές περιφέρουν τα λιοντάρια και τις τίγρεις και τούς δίνουν εντολές να εκτελέσουν διάφορες κινήσεις, να λάβουν περίεργες για ζώα στάσεις και να παίζουν σύμφωνα με τις διαταγές τους.

Μπροστά μας όμως τώρα δεν έχουμε θηριοδαμαστές, αλλά τον δαμαστή των ανθρώπων. Κι αυτό είναι ένα καθήκον πολύ πιο δύσκολο από το προηγούμενο. Συχνά είναι πολύ πιο σκληρό να ημερέψεις εκείνους πού έχουν εξαγριωθεί λόγω της αμαρτίας, παρά να ημερέψεις εκείνους πού είναι άγριοι από τη φύση τους. «Σύ ουν τί λέγεις;», του είπαν πιεστικά γι’ άλλη μια φορά με πρόσωπα πού τα φλόγιζε ή κακία.

Τότε ό νομοθέτης της αγάπης και της ευσέβειας έσκυψε κι άρχισε να γράφει ήρεμα με το χέρι Του στο έδαφος (βλ. Ίωάν. η’ 6). Τί έγραφε ό Χριστός στο χώμα; Ό ευαγγελιστής κρατά σιγή εδώ, δε μας αναφέρει τί έγραφε ό Χριστός. Ήταν πολύ κακό κι αποτρόπαιο αυτό για να το γράψει στο βιβλίο της χαράς. Το αναφέρει ή παράδοση όμως κι είναι κάτι τρομερό. Ό Χριστός έγραψε κάτι αναπάντεχο πού θα ξάφνιαζε τούς πρεσβύτερους, τούς κατήγορους της αμαρτωλής γυναίκας. Με το δάχτυλο Του αποκάλυψε την κρυφή ανομία τους. Γιατί αυτοί οι διαπομπευτές των αμαρτιών των άλλων ήξεραν πολύ καλά να κρύβουν τα δικά τους κρίματα. Είναι όμως άσκοπο να προσπαθείς να κρύψεις κάτι από το μάτι πού τα βλέπει όλα.

Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν, έγραψε ό Κύριος στο έδαφος:

Ό Μ(εσουλάμ) έκλεψε θησαυρό από το ναό.
Ό Ά (σήρ) διέπραξε μοιχεία με τη γυναίκα του αδελφού του.
Ό Σ(αλούμ) έχει κάνει ψευδομαρτυρίες.
Ό Έ(λέντ) έχει δείρει τον πατέρα του.
Ό Ά(μαρίς) είναι σοδομίτης.
Ό Ί(ωήλ) έχει προσκυνήσει τα είδωλα.

Αυτά έγραψε, τη μια πρόταση μετά την άλλη, το δάχτυλο του δίκαιου κριτή. Κι εκείνοι στους οποίους αναφέρονταν τα λόγια αυτά έσκυψαν και τα διάβασαν με ανέκφραστο τρόμο. Έτρεμαν από φόβο, δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ό ένας τον άλλον στα μάτια. Ξέχασαν πια τελείως την αμαρτωλή γυναίκα. Το μόνο πού σκέφτονταν ήταν ό εαυτός τους, ό δικός τους θάνατος πού είχε χαραχτεί στο χώμα. Ούτε μια γλώσσα δεν είχε τη δύναμη να κινηθεί, να ξανακάνει την ενοχλητική και πονηρή ερώτηση: «Σύ ουν τί λέγεις;»

Ό Κύριος δεν είπε τίποτα. Αυτό πού είναι τόσο βρώμικο, του πρέπει να γραφτεί στο βρώμικο χώμα. Ένας άλλος λόγος πού ό Κύριος έγραψε στο χώμα είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο σπουδαίος. Αυτό πού γράφεται στο χώμα σβήνει εύκολα. Ό Χριστός δεν ήθελε να μάθει ό καθένας τις αμαρτίες τους. Αν το ήθελε αυτό, θα τις είχε διακηρύξει μπροστά σε όλους. Και τότε όλοι θα τούς κατηγορούσαν και θα τούς λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου, σύμφωνα με το νόμο.

Εκείνος όμως, ό άκακος αμνός του Θεού, δε ζήτησε εκδίκηση ή θάνατο για κείνους πού του είχαν προετοιμάσει χιλιάδες θανάτους, πού ήθελαν το δικό Του θάνατο περισσότερο απ’ όσο ποθούσαν για τούς ίδιους την αιώνια ζωή. Ό Κύριος ήθελε μόνο να τούς διορθώσει, να τούς μάθει πώς πρέπει να σκέφτονται τον εαυτό τους, ν’ ασχολούνται με τις δικές τους αμαρτίες. Ήθελε να τούς υπενθυμίσει πώς ενώ τούς βάραινε το φορτίο των δικών τους αμαρτιών, δεν έπρεπε να κρίνουν τις αμαρτίες των άλλων. Αυτό μόνο ήθελε ό Κύριος. Κι όταν αυτό έγινε, το χώμα Ισοπεδώθηκε πάλι κι όσα είχαν γραφτεί σβήστηκαν.

Μετά απ’ αυτά ό Κύριος σηκώθηκε και τούς είπε ήρεμα: «Ό άναμάρτητος υμών πρώτος λίθον βαλέτω έπ’ αυτήν» (Ίωάν. η’7). Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας της ρίξει την πρώτη πέτρα. Αυτό λειτούργησε σα να αφαίρεσε κάποιος τα όπλα των εχθρών κι υστέρα τούς είπε: «Και τώρα πυροβολήστε!»
Οι πρώην αγέρωχοι δικαστές της αμαρτωλής γυναίκας έστεκαν τώρα αφοπλισμένοι, ένιωθαν αυτοί τώρα σαν ένοχοι μπροστά στον κριτή, άφωνοι, ακίνητοι, λες κι ήταν καρφωμένοι στη γη. Ό πανεύσπλαχνος Κύριος όμως έσκυψε πάλι κι
έγραφε στη γη. Τί έγραψε αύτη τη φορά; Ίσως τις άλλες κρυφές αμαρτίες και ανομίες τους, ώστε για μακρό χρονικό διάστημα να μην ξανανοίξουν το στόμα τους.

«Ίσως και να ‘γραφε τι λογιών άνθρωποι πρέπει να ‘ναι οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες των λαών. Αυτό δεν μας ενδιαφέρει και τόσο πολύ εμάς τώρα. Εκείνο πού είναι σπουδαίο, είναι πώς με το γράψιμο στο χώμα πέτυχε τρεις στόχους: πρώτο, έδωσε τέλος και διάλυσε την καταιγίδα πού του είχαν ετοιμάσει οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων δεύτερο, ξύπνησε τη ναρκωμένη τους συνείδηση στις νεκρωμένες καρδιές τους, έστω και για λίγο- και τρίτο, γλίτωσε την αμαρτωλή γυναίκα από το θάνατο. Αυτό γίνεται φανερό από τα λόγια του ευαγγελίου: «οι δε άκούσαντες έξήρχοντο εις καθ εις, άρξάμενοι από των πρεσβυτέρων, και κατελείφθη ό Ιησούς και ή γυνή εν μέσω ουσα» (Ίωάν. η’ 9).

Εκείνοι δε σαν άκουσαν τα λόγια Του άρχισαν να φεύγουν ό ένας μετά τον άλλον, με πρώτους τούς πρεσβύτερους στην ηλικία. Στο τέλος έμεινε μόνος ό Ιησούς και ή γυναίκα, πού έστεκε όρθια ανάμεσα σε όλους.

Το προαύλιο του ναού ξαφνικά άδειασε. Δεν έμεινε κανένας, έκτος από τούς δύο πού οι πρεσβύτεροι τούς είχαν καταδικάσει σε θάνατο, δηλαδή ή αμαρτωλή γυναίκα κι ό αναμάρτητος Χριστός. Ή γυναίκα έστεκε όρθια, ό Χριστός ήταν σκυφτός κι έγραφε στο έδαφος. Για λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή. Μετά ό Κύριος ανασηκώθηκε, κοίταξε τριγύρω κι αφού δεν είδε κανέναν είπε στη γυναίκα: «Γύναι, που είσιν; ουδείς σε κατέκρινεν;». Που είναι οι κατήγοροι σου; Κανένας δεν σε κατέκρινε, δε ζητάει το λιθοβολισμό σου;

Ό Κύριος γνώριζε πώς κανένας δεν την καταδίκαζε τώρα. Αλλά θέλησε με την ερώτηση Του να της εμπνεύσει εμπιστοσύνη, ώστε να μπορέσει ν’ ακούσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτά πού θα της έλεγε στη συνέχεια. Λειτούργησε όπως ένας επιδέξιος γιατρός, πού πρώτα δίνει κουράγιο στον άρρωστο κι ύστερα του χορηγεί τη θεραπεία. Ουδείς σε κατέκρινεν; Ή γυναίκα κατόρθωσε να ξαναβρεί τη λαλιά της κι απάντησε: «ουδείς, Κύριε». Κανένας δεν με κατακρίνει πια, Κύριε. Τα λόγια αυτά τα πρόφερε ένα αξιολύπητο πλάσμα, πού πριν από λίγο δεν έλπιζε να ξαναμιλήσει, ένα πλάσμα πού ένιωθε μια ανάσα πραγματικής χαράς Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της.

Τελικά ό αγαθός Κύριος είπε στη γυναίκα: «Ουδέ εγώ σε κατακρίνω πορεύου και από του νύν μηκέτι άμάρτανε» (Ίωάν. η’11). Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε. Μόνο από τώρα και στο έξης μην αμαρτήσεις ξανά.

Όταν οι λύκοι χαρίζουν τη ζωή στα θύματα τους, τότε, όπως είναι φυσικό, ούτε ό βοσκός θέλει να πεθάνουν τα πρόβατα. Είναι σημαντικό όμως να βεβαιωθούμε πώς ή αθώωση πού πρόσφερε ό Χριστός σημαίνει πολύ περισσότερα από την αθώωση πού προσφέρουν οι άνθρωποι. Όταν οι άνθρωποι δεν σε κατακρίνουν για την αμαρτία σου, σημαίνει πώς δεν ορίζουν κάποια τιμωρία για την αμαρτία, μα αφήνουν την αμαρτία πάνω σου. Όταν όμως δεν κρίνει ό Θεός, σημαίνει πώς συγχωρεί την αμαρτία σου, σε απαλλάσσει απ’ αυτήν, την απομακρύνει σαν πύον και καθαρίζει την πληγή της ψυχής σου.

Γι’ αυτό και τα λόγια ουδέ εγώ σε κατακρίνω, είναι σα να λένε: «Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται, κόρη. Πήγαινε και μην ξαναμαρτήσεις».

Τί ανέκφραστη χαρά! Ή χαρά της αλήθειας! Ό Κύριος αποκάλυψε την αλήθεια σε κείνους πού λογαριάζονταν χαμένοι, άπολωλότα. Τί χαρά δικαιοσύνης! Ό Κύριος «έποίησε» δικαιοσύνη. Τί χαρά ελέους! Ό Κύριος έδειξε το έλεος Του. Τί χαρά της ζωής! Ό Κύριος διατήρησε τη ζωή. Αυτό είναι το ευαγγέλιο του Χριστού. Σημαίνει καλή αγγελία, ευχάριστη είδηση. Αυτά είναι τα καλά νέα, ή διδασκαλία της χαράς. Αυτή είναι μια σελίδα από το Βιβλίο της Χαράς.

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ

https://megalipanagiathivon.gr/

“Ὁ Ἅγιος Θεὸς εἶχε πάρει μιὰ σκληρὴ ἀπόφαση ἐναντίον ὅλων μας, γιὰ τὴν ἀπιστία μας, καὶ ἡ Παναγία κατόρθωσε μὲ τὶς πρεσβεῖες της νὰ ἀλλάξει τὸ σχέδιό Του!”…».


Η Παναγία άλλαξε την σκληρή απόφαση του Θεού για το γένος μας

«… Κάποια στιγμή, εἴδαμε τὸ Γέροντα πολὺ χαρούμενο. Ἐκεῖ ποὺ καθόταν, ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ χοροπηδᾶ σὰν μικρὸ παιδὶ, χαμογελώντας ὁλόκληρος. Οἱ ἀδελφές, προβληματιστήκαμε καὶ παραξενευτήκαμε. Καμία ἄλλη φορὰ δὲν τὸν εἴχαμε δεῖ σὲ τέτοια κατάσταση. Τὸν ρωτήσαμε μὲ ἀπορία ποῦ ὀφειλόταν αὐτὴ ἡ στάση του, καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε: “Νὰ βλέπατε τὶ μεγάλο καλὸ μᾶς ἔκανε ἡ Παναγία μας!” Καὶ δῶσ᾽ του νὰ χοροπηδάει. “Ὁ Ἅγιος Θεὸς”, συνέχισε, “εἶχε πάρει μιὰ σκληρὴ ἀπόφαση ἐναντίον ὅλων μας, γιὰ τὴν ἀπιστία μας, καὶ ἡ Παναγία κατόρθωσε μὲ τὶς πρεσβεῖες της νὰ ἀλλάξει τὸ σχέδιό Του!”…».

Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στη γενιά μας, το Σκεύος Εκλογής των εσχάτων χρόνων, ο γλυκύτατος μας Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ικέτευσε τη Μητέρα του Θεού και Μητέρα μας, να μεσιτεύσει στον Υιό της και Θεό μας και να μας απαλλάξει από τη σκληρή αλλά δικαία Αυτού τιμωρία για την μεγάλη μας αποστασία. Η Παναγία, μας διαβεβαιώνει ο Άγιος, κατόρθωσε με τις πρεσβείες και τη μεσιτεία της να αλλάξει το σχέδιο του Θεού!

Μπορούμε να αναλογιστούμε αδελφοί μου τις απειράριθμες ευεργεσίες του Θεού στο Γένος μας; Η Υπεραγία Θεοτόκος απ΄ όλα τα μέρη της γης, το Αγιώνυμο Όρος επέλεξε για δικό της και συνδέθηκε με το λαό μας και από Μητέρα του Θεού έγινε και Μητέρα ημών των αναξίων δούλων!

Στις έσχατες μέρες της μεγάλης αποστασίας της ανθρωπότητας που έχει προφητευθεί από τους Αγίους Προφήτες, ο μακρόθυμος Θεός προίκισε το Γένος μας με μεγάλους Αγίους, πρεσβευτές μας και μεσίτες μας. Τον Άγιο Πορφύριο, τον Άγιο Παΐσιο, τον Άγιο Γεώργιο Καρσλίδη τον Ομολογητή, την Αγία Σοφία της Κλεισούρας, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη και πόσους ακόμα μεγάλους Αγίους, που βρίσκονται στη Θριαμβεύουσα Εκκλησία και μεσιτεύουν για εμάς, αλλά και εκείνους τους ανθρώπους του Θεού, τους Αγιασμένους μας Γέροντες που είναι δίπλα μας μπροστάρηδες στον αγώνα της στρατευμένης Εκκλησίας και που αξιωθήκαμε εμείς οι ανάξιοι να λάβουμε την ευχή τους.

Πόσο ευλογημένοι είμαστε από τον Θεό που γεννηθήκαμε ‘Έλληνες, που βαφτιστήκαμε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, που πατέρας του Γένους μας είναι ο Άγιος Πατροκοσμάς ο Αιτωλός, που πριν από 250 χρόνια στον αγώνα του για την παλιγγενεσία του Γένους μας, αγωνίστηκε και για τη δική μας γενιά και ο αγώνας του έγινε η δική μας παρακαταθήκη και οι Διδαχές του και οι προφητείες του, γίνονται σήμερα ο φάρος και ο οδοδείκτης και της δικής μας πορείας προς τη Σωτηρία;

«Να έχετε ευλάβεια σε όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, και περισσότερο στη Δέσποινα Μαρία , διότι όλοι οι Άγιοι είναι δούλοι του Χριστού, η δε Θεοτόκος είναι Βασίλισσα του ουρανού και της γης, που παρακαλεί τον εύσπλαχνο Χριστό για τις αμαρτίες μας. Για τούτο πρέπει και εμείς να τιμούμε τη Δέσποινά μας με νηστείες και ελεημοσύνες», μας νουθετεί ο Άγιος Πατροκοσμάς!

Πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού και της Παναγίας μας; Όταν είναι ο Χριστός μαζί μας, ποιος μπορεί να είναι εναντίον μας; Ο Θεός, πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου να μας φωτίσει όλους και τους ευλαβείς και τους ασεβείς.

Η Παναγία να μας σκεπάζει. Η Παναγιά μας αγαπά και ο λαός μας πρέπει να της πιάσει σφιχτά, πολύ σφιχτά το χέρι, να κρεμαστεί και πάλι πάνω της. Εκείνη, γνωρίζουμε καλά πως έχει τη δυνατότητα να παρακαλά πρόσωπο με πρόσωπο τον Υιό της, να τον παρακαλά σαν μάνα για όλους εμάς. Ας μην ξεχνάμε πως “πολλὰ γὰρ ἰσχύει δέησις Μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου”.

Αλλά και εμείς οφείλουμε να κάνουμε πράξη αυτό που ζητά η Θεοτόκος από εμάς: “Να αγαπάμε με όλη την ψυχή μας και την καρδιά μας τον Υιό της και Θεό μας και να διαφυλάττουμε τις εντολές Του”.

Αμήν. Γένοιτο.

https://megalipanagiathivon.gr/

Υποσχέθηκες: “Ό,τι και να συμβεί θα είμαι δίπλα σου!” Το τήρησες, πατέρα!» (Ο πατέρας που έσωσε το γιο του αφού έσκαψε 38 ώρες με γυμνά χέρια)


Το 1989, ένας σεισμός 8.2 βαθμών ισοπέδωσε σχεδόν την Αρμενία, σκοτώνοντας πάνω από 30.000 άτομα σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά. Μέσα στην ολοκληρωτική καταστροφή και το χάος, ένας πατέρας άφησε τη γυναίκα του στο σπίτι κι έτρεξε στο σχολείο όπου βρισκόταν ο γιος του, όπου ανακάλυψε πως το σχολικό κτίριο ήταν ένας σωρός από ερείπια.

Μετά το αρχικό τραυματικό σοκ, θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του: «Ότι και να συμβεί, θα είμαι πάντα δίπλα σου!» και τα μάτια του άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα. Καθώς κοιτούσε το σωρό με τα ερείπια κάθε ελπίδα φαινόταν μάταιη, αλλά η υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του εξακολούθησε να τον απασχολεί. Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη του στη διαδρομή που ακολουθούσε ο γιος του για το σχολείο κάθε πρωί. Καθώς θυμήθηκε ότι η τάξη του βρισκόταν στην πίσω δεξιά γωνία του κτιρίου, έτρεξε προς τα εκεί κι άρχισε να σκάβει.

Στο μεταξύ, άρχισαν να καταφθάνουν κι άλλοι απελπισμένοι γονείς, οι οποίοι φώναζαν: «Ο γιος μου!» «Η κόρη μου!» Κάποιοι γονείς, καλοπροαίρετα, προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω από τα ερείπια λέγοντας του: «Τελείωσε πια!» «Έχουν σκοτωθεί!» «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα!» «Πήγαινε στο σπίτι σου!» «Έλα, αντιμετώπισε την αλήθεια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια!» «Απλώς θα χειροτερέψεις τα πράγματα!» Απαντούσε σε όλους στερεότυπα: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» και συνέχιζε να σκάβει για να βρει το γιο του, σηκώνοντας μία μία τις πέτρες.

Ο διοικητής της πυροσβεστικής εμφανίστηκε σε κάποια στιγμή και προσπάθησε να τον απομακρύνει από τα ερείπια λέγοντας του: «Έχουν ξεσπάσει πυρκαγιές, από παντού ακούγονται εκρήξεις. Κινδυνεύεις. Θα το αναλάβουμε εμείς αυτό. Πήγαινε στο σπίτι σου». Και πάλι ο στοργικός πατέρας είπε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;». Μετά, ήρθε η αστυνομία και του είπε: «Είσαι θυμωμένος, απελπισμένος. Αλλά βάζεις άλλους σε κίνδυνο. Πήγαινε στο σπίτι σου. Θα κάνουμε εμείς αυτό που πρέπει να γίνει». Εκείνος αποκρίθηκε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» Κανένας δεν τον βοήθησε.

Με θάρρος συνέχισε μόνος του να σκάβει, θέλοντας να διαπιστώσει αν το παιδί του ήταν ζωντανό ή νεκρό. Έσκαβε οκτώ ώρες… δώδεκα ώρες… είκοσι τέσσερις ώρες… τριάντα έξι ώρες. Στην τριακοστή όγδοη ώρα, σήκωσε μια μεγάλη πέτρα κι άκουσε τη φωνή του γιου του. Φώναξε τ’ όνομα του παιδιού του: «Αρμάντ!» Από κάτω ήρθε η απάντηση: «Πατέρα! Εγώ είμαι, πατέρα! Είπα στα άλλα παιδιά να μην ανησυχούν. Τους είπα ότι αν ήσουν ζωντανός, θα με έσωζες και μαζί με εμένα θα έσωζες κι εκείνα. Υποσχέθηκες: “Ό,τι και να συμβεί θα είμαι δίπλα σου!” Το τήρησες, πατέρα!»

«Τι γίνεται εκεί μέσα; Πώς είναι η κατάσταση;» ρώτησε ο πατέρας. «Είμαστε 14 ζωντανοί από 33, πατέρα. Είμαστε τρομαγμένοι, πεινάμε, διψάμε και χαιρόμαστε που βρίσκεσαι εδώ. Όταν κατέρρευσε το κτίριο, σχηματίστηκε μια σφήνα, ένα τρίγωνο, που μας προστάτεψε». «Έλα, βγες έξω, αγόρι μου». «Όχι, πατέρα! Ας βγουν πρώτα τα άλλα παιδιά, εγώ ξέρω πως θα με βγάλεις! Ό,τι και να συμβεί ξέρω πως θα είσαι δίπλα μου!»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Βάλσαμο για την Ψυχή», Εκδόσεις Διόπτρα

https://megalipanagiathivon.gr/

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Για να λαμβάνεις στο Email σου τα νέα άρθρα

Αρχείο